Σάββατο, 11 Μαρτίου 2017

Η ΝΟΜΙΚΗ ΑΠΟΨΗ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΤΕΡΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΨΗΦΟΥ ΣΤΟΥΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΥΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΥΣ

Περίπτωση ανάλογη με τον Δήμο Ιστιαίας-Αιδηψού, να μην δεχτεί ο Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου την υποψηφιότητα Ανεξάρτητου Δημοτικού Συμβούλου ως μέλος επιτροπής του Δήμου, συνέβη και στις Δημαιρεσίες του Δήμου Κατερίνης.

Για την απόφαση της πλειοψηφίας του Δημοτικού Συμβουλίου Κατερίνης, στην οποία περιλαμβάνεται και η μείζων αντιπολίτευση, να αποκλεισθούν οι Ανεξάρτητοι Σύμβουλοι όχι μόνο από τη δυνατότητα υποψηφιότητας αλλά και από την ίδια την ψηφοφορία για την εκλογή μελών της Οικονομικής Επιτροπής και της Επιτροπής Ποιότητας Ζωής, την προσωπική νομική άποψη - παρέμβαση του καταθέτει δημόσια ο έγκριτος Δικηγόρος κ. Δημήτριος Γ. Σιανίδης.

Η προσωπική νομική άποψη - παρέμβαση του κ. Σιανίδη που “ταιριάζει γάντι” στην υποψηφιότητα του Ανεξάρτητου Δημοτικού Συμβούλου κ. Βασίλειου Δημόπουλου, η οποία δεν είναι αποτέλεσμα ανάληψης ή παροχής έργου προς οποιονδήποτε και μάλιστα με αμοιβή, αναφέρει:



Η απόφαση της πλειοψηφίας του Δημοτικού Συμβουλίου Κατερίνης, στην οποία περιλαμβάνεται και η μείζων αντιπολίτευση, να αποκλεισθούν οι ανεξάρτητοι σύμβουλοι όχι μόνο από τη δυνατότητα υποψηφιότητας αλλά και από την ίδια την ψηφοφορία για την εκλογή μελών της Οικονομικής Επιτροπής και της Επιτροπής Ποιότητας Ζωής, αποτελεί χείριστο παράδειγμα Δημοκρατίας στα «ευαίσθητα» θέματα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Από τον τοπικό Τύπο έγινε γνωστό ότι η νέα Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου Κατερίνης, προκειμένου να αποκλείσει τους ανεξάρτητους δημοτικούς συμβούλους από την δυνατότητα να ψηφίσουν στις δύο Επιτροπές επικαλέσθηκε την με αρ. 43/2014 εγκύκλιο του Υπουργείου Εσωτερικών.
Θεωρώ ότι η Πρόεδρος, βασιζόμενη στην άστοχη νομική ερμηνεία της εγκυκλίου και μη επισκοπώντας τις διατάξεις του Ν. 3852/2010 αλλά και του προγενέστερου Ν. 3463/2006, όπως είχε υποχρέωση, δεν υπέπεσε απλά σε νομικό σφάλμα, απαξιώνοντας με την ενέργειά της τους συγκεκριμένους δημοτικούς συμβούλους αλλά πρωτίστως απαξίωσε το θεσμό του δημοτικού συμβούλου και αυτό που κάθε δημοτικός σύμβουλος εκπροσωπεί.

Τι αναφέρει η σχετική νομοθεσία:
Στο προοίμιο του Ν. 3852/2010, αναφέρεται ότι οι δήμοι και οι περιφέρειες συγκροτούν τον πρώτο και δεύτερο βαθμό τοπικής Αυτοδιοίκησης και ως έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας αποτελούν θεμελιώδη θεσμό του δημόσιου βίου των Ελλήνων, όπως αυτός κατοχυρώνεται από τις διατάξεις του άρθρου 102 του Συντάγματος και του Ευρωπαϊκού Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας που κυρώθηκε με το ν. 1850/1989 (ΦΕΚ 144 Α).
Επομένως και ο ρόλος – θεσμός του Δημοτικού Συμβούλου, αφού η εκλογή του γίνεται απ’ ευθείας από το λαό, αποτελεί ειδικότερη έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας, η οποία είναι θεμέλιο του δημοκρατικού πολιτεύματος, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 1 παρ. 2 του Συντάγματος.
Ως εκφραστές της λαϊκής κυριαρχίας σε τοπικό επίπεδο, οι δημοτικοί σύμβουλοι έχουν απεριόριστο το δικαίωμα της γνώμης και της ψήφου κατά συνείδηση (άρθρο 66 παρ. 1 του Ν. 3852/2010), ενώ η γνώμη και η ψήφος τους αποβλέπουν πάντοτε στην εξυπηρέτηση του συμφέροντος του συνόλου των δημοτών (άρθρο 68 παρ. 2 του Ν. 3852/2010).
Επίσης οι δημοτικοί σύμβουλοι έχουν δικαίωμα να ανεξαρτητοποιηθούν από την παράταξη με την οποία εκλέχθηκαν, με απλή δήλωσή τους προς το Προεδρείο του Δημοτικού Συμβουλίου, όπως ορίζεται στην παρ. 4 του άρθρου 66 του ίδιου νόμου.
Οι συνέπειες της ανεξαρτητοποίησής τους ορίζονται στην επόμενη παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, σύμφωνα με την οποία ο δημοτικός σύμβουλος που ανεξαρτητοποιήθηκε ή διαγράφηκε:
α) δεν μπορεί να ενταχθεί σε άλλη παράταξη
β) δεν μπορεί να εξακολουθήσει να είναι μέλος του προεδρείου ή της οικονομικής επιτροπής ή της επιτροπής ποιότητας ζωής, όπου εκλέχτηκε ως μέλος της παράταξης από την οποία ανεξαρτητοποιήθηκε ή διαγράφηκε και
γ) δεν μπορεί να ορισθεί ή να παραμείνει αντιδήμαρχος κατά τη διάρκεια της θητείας του.

Αυτοί είναι οι μοναδικοί περιορισμοί που επιβάλλει ο νόμος του Καλλικράτη στους δημοτικούς συμβούλους που ανεξαρτητοποιούνται ή διαγράφονται από την παράταξη με την οποία εκλέχθηκαν.

Να σημειωθεί ότι αντίστοιχοι περιορισμοί προβλέπονταν και από τον Καποδιστριακό Νόμο 3463/2006.
Πράγματι σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 94 Ν. 3463/2006, η οποία προστέθηκε στο νόμο αυτό με το άρθρο 35 παρ.2 του Ν.3801/2009, ο δημοτικός σύμβουλος που ανεξαρτητοποιούνταν, δεν μπορούσε να εκλεγεί ή να εξακολουθήσει να είναι μέλος του προεδρείου ή της δημαρχιακής επιτροπής, καθώς και να ορισθεί ή να παραμείνει Αντιδήμαρχος.
Ειδικότερα όμως στο άρθρο 74 παρ. 2 του Ν. 3852/2010 που αναφέρεται στην συγκρότηση και εκλογή της Οικονομικής και της Επιτροπής Ποιότητας Ζωής, ορίζεται ότι: «Το δημοτικό συμβούλιο, μετά την εκλογή του προεδρείου …εκλέγει μεταξύ των μελών του με μυστική ψηφοφορία τα μέλη της οικονομικής επιτροπής και στη συνέχεια τα μέλη της επιτροπής ποιότητας ζωής. Δεν επιτρέπεται να εκλεγεί μέλος της οικονομικής ή της επιτροπής ποιότητας ζωής ο πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου».
Στην επόμενη παρ. 3 του ίδιου άρθρου αναφέρεται ότι:
«Κάθε σύμβουλος ψηφίζει υποψηφίους ισάριθμους με τα μέλη της αντίστοιχης επιτροπής. Εκλέγονται από τη πλειοψηφία και την μειοψηφία, αντίστοιχα, όσοι λάβουν την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων».

Στη συνέχεια της παραγράφου 3, καθώς και στην επόμενη παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου αναφέρεται η διαδικασία εκλογής των αναπληρωματικών μελών των πιο πάνω Επιτροπών και η διαδικασία της επαναληπτικής ψηφοφορίας, σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί η εκλογή ή ματαιωθεί η συνεδρίαση λόγω μη σχηματισμού απαρτίας.
Τέλος στην παρ. 8 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι: «Όταν τα μέλη της οικονομικής ή της επιτροπής ποιότητας ζωής παύουν για οποιονδήποτε λόγο να είναι μέλη των αντίστοιχων δημοτικών παρατάξεων, εκπίπτουν αυτοδικαίως από την οικονομική ή την επιτροπή ποιότητας ζωής και αντικαθίστανται, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου αυτού».

Από καμιά επομένως διάταξη νόμου, δεν προκύπτει ότι ο δημοτικός σύμβουλος που ανεξαρτητοποιήθηκε, στερείται του δικαιώματός του να ψηφίσει για την ανάδειξη μελών της Οικονομικής ή της Επιτροπής Ποιότητας Ζωής.
Αυτό θα ισοδυναμούσε με ουσιαστική κατάλυση του ρόλου του και του αναφαίρετου δικαιώματός του να εκφράζει την γνώμη του για κάθε ζήτημα.
Συνακόλουθα μια τέτοια στέρηση, θα αποτελούσε κατάφωρη παραβίαση του άρθρου 1 του Συντάγματος.
Συγκεκριμένα το Σύνταγμά μας στην μεν παρ. 2 του άρθρου 1 αυτού, καθιερώνει ως θεμέλιο του πολιτεύματος την λαϊκή κυριαρχία, στην δε παρ. 3 ορίζει ότι: «όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα.
Θα αποτελούσε επίσης και παραβίαση του άρθρου 102 του Συντάγματος, με το οποίο καθιερώνεται η διοικητική αυτοτέλεια των Οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και η εκλογή των αρχών τους με καθολική και μυστική ψηφοφορία.
Με τη φράση επομένως της παρ. 2 του άρθρου 74 : «Το Δημοτικό συμβούλιο» και με την φράση της παρ. 3 «Κάθε σύμβουλος», συνάγεται ότι στην εκλογική διαδικασία των πιο πάνω Επιτροπών, μετέχουν όλοι οι Δημοτικοί Σύμβουλοι, άσχετα από το εάν ανήκουν σε δημοτική παράταξη ή είναι ανεξάρτητοι.
Μόνο οι σύμβουλοι που τίθενται σε αργία ή κηρύσσονται έκπτωτοι, χάνουν τα πιο πάνω δικαιώματά τους.
Κατά συνέπεια η Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου, στηρίχθηκε σε μια εγκύκλιο, που όχι μόνο δεν αποτελεί ερμηνευτικό νόμο αλλά αντίθετα με την ανάλυση της διάταξης του άρθρου 74 Ν. 3852/2010 που επιχειρεί, δημιουργεί περισσότερα ερμηνευτικά προβλήματα αντί να τα επιλύει.
Οι νομικοί γνωρίζουν ότι οι νόμοι πρέπει να ερμηνεύονται σύμφωνα με το Σύνταγμα. Αυτό σημαίνει ότι όταν υπάρχουν περισσότερες ερμηνευτικές εκδοχές, πρέπει να ακολουθείται εκείνη της οποίας το περιεχόμενο είναι σύμφωνο ή πλησιέστερα προς το περιεχόμενο των συνταγματικών κανόνων.
Και στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι προφανές ότι οι πιο πάνω συνταγματικοί κανόνες, επιβάλλουν σε κάθε δημοτικό σύμβουλο την υποχρέωση και να διατυπώνει τη γνώμη του ελεύθερα και να ψηφίζει επί όλων των θεμάτων που τίθενται στο δημοτικό συμβούλιο κατά συνείδηση.
Θεωρώ ότι πρέπει το Δημοτικό Συμβούλιο και ειδικά η Πρόεδρός του, να επανεξετάσουν νομικά το ζήτημα που δημιουργήθηκε και να ανακαλέσουν τη σχετική απόφαση της εκλογής των μελών των Επιτροπών.
Διαφορετικά, υπάρχει δημοκρατική παρεκτροπή και είναι αδιάφορο εάν αυτή έγινε σκόπιμα ή από λανθασμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου.

Δημήτρης Γ. Σιανίδης
Δικηγόρος